“Θα χυθεί αίμα - θα καεί η πόλη”
Με αυτά τα λόγια η ευγενική πλην διεκπαιρεωτική φωνή του τηλεφωνικού κέντρου του 100 απάντησε στη μητέρα μου, όταν εκείνη προ ολίγων λεπτών σήκωσε το ακουστικό (αναμαλλιασμένη έπειτα από τις 2 ώρες στριφογυρίσματος στο κρεβάτι) για να καταγγείλει “ρειβ-πάρτι” στην πλατεία της πόλης. Η αλήθεια είναι ότι δεν επρόκειτο για ρέιβ πόσο μάλλον για πάρτι, αλλά πολύ περισσότερο για μια μαζική σύναξη κακόφωνων επίδοξων συγκροτημάτων, που η έλλειψη ταλέντου τούς οδήγησε στην κεντρική πλατεία της πόλης, όπου με τη βοήθεια επαγγελματικών ηχείων, άφθονης μπίρας και μιας μάζας ηλιθίων, επέβαλαν την αδιανόητη μουσική τους στα πληγωμένα μας αυτιά. Πληγωμένα εις διπλούν της μαμάς, μιας και ολόκληρο το ΣΚ έπρεπε να υπομείνει και τις μουσικές επιλογές του τρελού της γειτονιάς στο εξοχικό. Το μενού του Σαββάτου είχε την αοιδό Θεοδωρίδου, της Κυριακής Νέο Κύμα και της Δευτέρας ένα ασύλληπτο φάσμα από ελληνικό ροκ, ελληνικό πάνκ ροκ (και όχι στην καλή του εκδοχή) και ελληνικό έντεχνο, με τυχαία σειρά. Επί έξι ώρες τα κακόηχα ηχητικά κύματα διαπερνούσαν τα διπλά κουφώματα των οικοδομών της πλατείας, επί έξι ώρες η μαμά σιχτίριζε και επί έξι ώρες εγώ σκεφτόμουν να ζητήσω έστω μια αλλαγή ρεπερτορίου.
Μόνο το δυσάρεστο σκηνικό που περιέγραψα δεν περιορίζεται σε ένα τυχαίο συμβάν της σημερινής αυγουστιάτικης Δευτέρας. Επαναλήφθηκε και πριν από λίγους μήνες, όταν απεργοί δημόσιας υπηρεσίας (αυτή τη φορά με σιντι πλέιερ και ογκωδέστατα ηχεία) μας μάθαιναν δια στόματος Νταλάρα τι πάει να πει ξενιτιά. Συνέβη και μια άλλη φορά, σε πάρτι στο χώρο του πανεπιστημίου που διήρκεσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Συνέβη - αναδιατυπώνω συμβαίνει κάθε φορά που κάποιος θέλει να διαμαρτυρηθεί, να διεκδικήσει την απελευθέρωση κάποιου κρατουμένου, να γιορτάσει την παγκόσμια ημέρα ενάντια στο κυνήγι πεταλούδας, ή απλώς να παίξει την κιθάρα που είχε αγοράσει στο σχολείο και τα ντραμς που σκούριαζαν στην αποθήκη του. Fine by me, αλλά ΕΓΩ τι φταίω να ακούω ΑΥΤΗ τη μουσική; (Και παρεμπιπτόντως: μισώ το έντεχνο και μόνο έντεχνο μου παίζουν!)
Αλλά αυτοί είναι οι Έλληνες. Και οι νέοι και οι γέροι. Και ακόμη περισσότερο οι ενδιάμεσοι.
Κάθε φορά που η απεγνωσμένη, άυπνη και σκληρά εργαζόμενη προαναφερθείσα μητέρα σηκώνει το ακουστικό για να καλέσει το τριψήφιο νούμερο, λαμβάνει πάντα την ίδια απάντηση: “κατανοούμε το πρόβλημά σας, αλλά δε μπορούμε να παρέμβουμε γιατί θα κάψουν ξανά την πόλη”. Κάθε φορά που κατεβάζει συνοφρυωμένη το ακουστικό, βλέπει από τις γρίλιες των παραθύρων τους αστακοντυμένους αστυνομικούς να “περιφρουρούν”, στην πραγματικότητα να παρακολουθούν. Και είναι ευγενικά τα “ποντίκια” αυτής της πόλης. Επιτρέπουν πάντα στη “γάτα” να παρακολουθήσει εξ αποστάσεως το φρενιασμένο τους συμπόσιο, με την προϋπόθεση να μην κεραστεί από το μπουφέ.
“Στη Γερμανία θα τολμούσαν; Θα τολμούσαν να κάνουν τα ίδια μπροστά στο Sony Center (σσ. μια από τις κεντρικότερες, σύγχρονες πλατείες του Βερολίνου) χωρίς να τους μπουζουριάσουν;;;” μονολογούσε με παράπονο η μαμά. Η απάντηση είναι σαφής: αφενός στη Γερμανία δε θα τολμούσαν να παρανομήσουν δημοσίως (για όποιον αγνοεί είναι παράνομες οι συναυλίες σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια) αφετέρου δε θα χρειαζόταν να το πράξουν, δεδομένου ότι στις τεράστιες πόλεις τους πάντα υπάρχει κάποιος χώρος για αυτό το σκοπό (μακριά φυσικά από κατοικημένες περιοχές).
Αυτή τη βδομάδα η Ελλάδα κάηκε ξανά. Λες και πατά το πόδι στον αντικαπνιστικό νόμο, η χώρα αυτή εξακολουθεί να “καπνίζει” στους δέκτες των τηλεοράσεων μας και στις συγκλονιστικές αεροφωτογραφίες. Κι επειδή το καλοκαίρι έχει ζέστη, βγαίνει έξω και το ανάβει, να πάρει και τον αέρα της. Το χειμώνα πάλι μαζεύεται μέσα και καρβουνιάζει το σπίτι της. Το σπίτι μου.
Ανακεφαλαιώνοντας μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο η ταπεινή πολυκατοικία μου, που από τύχη ή ατύχημα χτίστηκε στο κέντρο αυτής της μίζερης πόλης, υπέστη τα εξής: επίθεση από “γνωστουςαγνώστουςκουκουλοφλώρουςμεβαριοπούλεςκαιγκαζάκια”, εμπρησμό και απόπειρα δολοφονίας των ενοίκων (όπως τουλάχιστον το ερμηνεύει η γράφουσα-παθούσα, που από θαύμα γλίτωσε από τις φλόγες, τις ιπτάμενες πέτρες και τζάμια και που ξεχειμώνιασε λιποθυμώντας κάθε τρεις και λίγο, αδυνατώντας να αναπνεύσει λόγω της αιθάλης που είχε παραμείνει στους τοίχους - ακόμα θυμάμαι την εφιαλτική οσμή), τριπλή απόπειρα ληστείας την επομένη των Δεκεμβριανών (οπότε και αποχαιρέτησα μια για πάντα το αίσθημα ασφάλειας που είχα σαν παιδί), καυγάδες ναρκομανών, επιθέσεις με αεροβόλα, συμπλοκές οπαδών, οδομαχίες, ηχορρυπαντικές συναυλίες και πολλά άλλα μικροσυμβάντα που αδυνατώ να απαριθμήσω.
Κλείνοντας το μακροσκελές μου παράπονο, καθιστώ σαφές ότι η πόλη όπου ζω δεν είναι το Σικάγο, δεν είναι η Νέα Υόρκη, δεν είναι καν η πρωτεύουσα της χώρας. Κι όμως εδώ που “τα παλιά τα χρόνια” όπως λέει κι ο μπαμπάς επικρατούσε τάξη και ασφάλεια κι οι πόρτες έμεναν τα βράδια ξεκλείδωτες, εγώ ακόμα ταράζομαι όταν τα τζάμια τρίζουν από τη διαστολή του καλοκαιριού και κοιτάζω έντρομη από το παράθυρο όταν μυρίσω τα σουβλάκια που σχαρίζει ο γείτονας.