Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Το πνεύμα των παρελθόντων Χριστουγέννων με επισκέφτηκε φέτος νωρίτερα. Με έπιασε στον ύπνο. Ήθελε να μου θυμίσει όσα είχα καταφέρει μέσα σε ένα χρόνο να ξεχάσω. Εμφανίστηκε στον ύπνο μου ως μασκοφόρος εκδικητής, με μια μαύρη κουκούλα η οποία άφηνε να φανούν μόνο τα φθονερά του μάτια που καθρέφτιζαν όλη την κακία του κόσμου. Βρέθηκα μαζί του στο παράθυρο του σπιτιού μου, να κοιτάζω από τις γρίλιες τους καπνούς και τις φλόγες. Παράθυρο κι η τηλεόραση που πρόβαλλε την ίδια εικόνα που έβλεπα ζωντανά. Σε λίγα δευτερόλεπτα το πάτωμα άρχισε να τρίζει κι οι τοίχοι να δονούνται. Βγήκα στο μπαλκόνι μόνο για να δω τα μανιασμένα πλήθη κι άλλων μασκοφόρων εκδικητών να εκτοξεύουν σφυριά, βαριοπούλες και φλεγόμενα μπουκάλια με το διασημότερο κοκτέιλ στην αμερικάνικη καφετέρια του ισογείου. Για μια στιγμή πρόσεξα πως τα γυάλινα μπουκάλια έγραφαν πάνω Coca Cola και συνειδητοποίησα την ειρωνεία του να πολεμά κανείς τον αμερικανικό καπιταλισμό με το ίδιο νόμισμα. Οι καπνοί άρχισαν να ανεβαίνουν τους ορόφους καλπάζοντας. Οι φλόγες έγλειφαν τα πρώτα διαμερίσματα. Τους κοιτούσα με τρόμο και με κοιτούσαν κι εκείνοι, απαθείς. Θέλησα να φωνάξω «βοήθεια! σταματήστε! Θα πεθάνουμε» αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε. Οι καπνοί είχαν πλέον εισβάλει στο σπίτι. Η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Εναπόθεσα τις ελπίδες μου στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και άρχισα να λειτουργώ μηχανικά: παπούτσια, μπουφάν, πορτοφόλι, ταυτότητα, ένα βρεγμένο πατσαβούρι και ο σκληρός δίσκος με τη διδακτορική μου διατριβή. Έτρεχα κατεβαίνοντας τις σκάλες, έτρεχαν και τα μάτια μου ασταμάτητα δάκρυα, κι όμως δεν ήξερα αν ήταν η αγωνία, η θλίψη ή τα χημικά που είχα εισπνεύσει ανοίγοντας την εξώπορτα. Τώρα πια δεν έβλεπα τίποτα. Τα πάντα είχαν χαθεί σε ένα πυκνό σύννεφο καπνού που άγγιζε τον ουρανό. Σε δευτερόλεπτα είχα καταστρώσει το στρατηγικό σχέδιο της διαφυγής μου: πρώτα θα έσκαγαν οι μολότωφ, μετά θα έπεφταν οι πέτρες και τότε είχα λίγα δεύτερα για να κρυφτώ πίσω από τον κάδο ανακύκλωσης (δεύτερη ειρωνεία). Το αυτό επαναλήφθηκε μέχρι να βρεθώ σε ένα ασφαλές μέρος κι ενώ γύρω μου τα πάντα θρυμματίζονταν και εκρήγνυντο. Στο μυαλό μου ήρθαν οι εικόνες από τους γενναίους πολεμικούς ανταποκριτές που θαύμαζα σαν παιδί και πήρα κουράγιο.

Ξύπνησα με τρόμο και τη μυρωδιά καμένου να καίει τα ρουθούνια μου. «Ηρέμησε, πάει πέρασε» μου είπε και χάθηκε στα αποκαΐδια.

Το επόμενο πρωί δεν κοιμόμουν. Το πνεύμα των παρόντων Χριστουγέννων με έπιασε στο φαγητό. Η οσμή από τα καμένα μπιφτέκια κάλυπτε τη βρώμα του καμένου πλαστικού. Με πήρε από το χέρι – με πήραν τα κλάματα. «Δολοφόνοι» θέλησα να φωνάξω, βλέποντας τους εργαζόμενους να βγαίνουν μέσα από τις φλόγες τρέμοντας. Κάμερες, πυροσβέστες και αστακοντυμένοι αστυνομικοί και η ζωή μου για άλλη μια φορά σε ένα παράθυρο – των οκτώ. Σήμερα η βροχή ξέπλυνε καμένους κόκκους καφέ, πλαστικούς αγιοβασίληδες και για άλλη μια φορά τα δάκρυά μου.

Έκλεισα τα μάτια και με ξύπνησαν βίαια γνώριμοι κρότοι. Έτρεξα με τρόμο στο παράθυρο και είδα πυροτεχνήματα να πέφτουν. Δίπλα μου στεκόταν το πνεύμα των μελλοντικών Χριστουγέννων. «Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξα. «Δε θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;»[1].


[1] Κ. Ντίκενς, Χριστουγεννιάτικη ιστορία.

Που με έχω διώξει; Γιατί με θέλω πίσω;

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν ο άνθρωπος που βλέπουν όλοι οι άλλοι είμαι εγώ. Αν είμαι εγώ όπως με νιώθω τώρα, και όχι εγώ όπως υπήρξα μια στιγμή. Αν βλέπουν κάτι πέρα απ’ τα μαλλιά, τα μάτια, τα χέρια, τα πόδια. Αν αυτό που βλέπουν βρίσκεται στον καθρέφτη μου ή αν το φαντάζομαι κι αυτό. Κι αν είμαι καταδικασμένη πάντα να πληρώνω τα σπασμένα κάποιου που ήμουν μα δεν είμαι πια, ή αν κάποτε έρχεται η εξιλέωση για τα λάθη του παρελθόντος. Ή αν αυτά τα λάθη ήταν τελικά τόσο βαρυσήμαντα που να χρειάζεται να απολογηθώ και να μετανιώσω. Κι αν θα έχανα στη σύγκριση με κάποιον άλλο τη στιγμή που είμαι βέβαιη ότι θα κέρδιζα. Και το σπουδαιότερο όλων: αναρωτιέμαι αν αυτό που έδιωξα για να κρατήσω αυτό που έχω ήταν η μόνη μου αντίσταση στον κόσμο αυτό κι αν τώρα είμαι εκτεθειμένη και ανήμπορη.

“Θα χυθεί αίμα - θα καεί η πόλη”

Με αυτά τα λόγια η ευγενική πλην διεκπαιρεωτική φωνή του τηλεφωνικού κέντρου του 100 απάντησε στη μητέρα μου, όταν εκείνη προ ολίγων λεπτών σήκωσε το ακουστικό (αναμαλλιασμένη έπειτα από τις 2 ώρες στριφογυρίσματος στο κρεβάτι) για να καταγγείλει “ρειβ-πάρτι” στην πλατεία της πόλης. Η αλήθεια είναι ότι δεν επρόκειτο για ρέιβ πόσο μάλλον για πάρτι, αλλά πολύ περισσότερο για μια μαζική σύναξη κακόφωνων επίδοξων συγκροτημάτων, που η έλλειψη ταλέντου τούς οδήγησε στην κεντρική πλατεία της πόλης, όπου με τη βοήθεια επαγγελματικών ηχείων, άφθονης μπίρας και μιας μάζας ηλιθίων, επέβαλαν την αδιανόητη μουσική τους στα πληγωμένα μας αυτιά. Πληγωμένα εις διπλούν της μαμάς, μιας και ολόκληρο το ΣΚ έπρεπε να υπομείνει και τις μουσικές επιλογές του τρελού της γειτονιάς στο εξοχικό. Το μενού του Σαββάτου είχε την αοιδό Θεοδωρίδου, της Κυριακής Νέο Κύμα και της Δευτέρας ένα ασύλληπτο φάσμα από ελληνικό ροκ, ελληνικό πάνκ ροκ (και όχι στην καλή του εκδοχή) και ελληνικό έντεχνο, με τυχαία σειρά. Επί έξι ώρες τα κακόηχα ηχητικά κύματα διαπερνούσαν τα διπλά κουφώματα των οικοδομών της πλατείας, επί έξι ώρες η μαμά σιχτίριζε και επί έξι ώρες εγώ σκεφτόμουν να ζητήσω έστω μια αλλαγή ρεπερτορίου.

Μόνο το δυσάρεστο σκηνικό που περιέγραψα δεν περιορίζεται σε ένα τυχαίο συμβάν της σημερινής αυγουστιάτικης Δευτέρας. Επαναλήφθηκε και πριν από λίγους μήνες, όταν απεργοί δημόσιας υπηρεσίας (αυτή τη φορά με σιντι πλέιερ και ογκωδέστατα ηχεία) μας μάθαιναν δια στόματος Νταλάρα τι πάει να πει ξενιτιά. Συνέβη και μια άλλη φορά, σε πάρτι στο χώρο του πανεπιστημίου που διήρκεσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Συνέβη - αναδιατυπώνω συμβαίνει κάθε φορά που κάποιος θέλει να διαμαρτυρηθεί, να διεκδικήσει την απελευθέρωση κάποιου κρατουμένου, να γιορτάσει την παγκόσμια ημέρα ενάντια στο κυνήγι πεταλούδας, ή απλώς να παίξει την κιθάρα που είχε αγοράσει στο σχολείο και τα ντραμς που σκούριαζαν στην αποθήκη του. Fine by me, αλλά ΕΓΩ τι φταίω να ακούω ΑΥΤΗ τη μουσική; (Και παρεμπιπτόντως: μισώ το έντεχνο και μόνο έντεχνο μου παίζουν!)

Αλλά αυτοί είναι οι Έλληνες. Και οι νέοι και οι γέροι. Και ακόμη περισσότερο οι ενδιάμεσοι.

Κάθε φορά που η απεγνωσμένη, άυπνη και σκληρά εργαζόμενη προαναφερθείσα μητέρα σηκώνει το ακουστικό για να καλέσει το τριψήφιο νούμερο, λαμβάνει πάντα την ίδια απάντηση: “κατανοούμε το πρόβλημά σας, αλλά δε μπορούμε να παρέμβουμε γιατί θα κάψουν ξανά την πόλη”. Κάθε φορά που κατεβάζει συνοφρυωμένη το ακουστικό, βλέπει από τις γρίλιες των παραθύρων τους αστακοντυμένους αστυνομικούς να “περιφρουρούν”, στην πραγματικότητα να παρακολουθούν. Και είναι ευγενικά τα “ποντίκια” αυτής της πόλης. Επιτρέπουν πάντα στη “γάτα” να παρακολουθήσει εξ αποστάσεως το φρενιασμένο τους συμπόσιο, με την προϋπόθεση να μην κεραστεί από το μπουφέ.

“Στη Γερμανία θα τολμούσαν; Θα τολμούσαν να κάνουν τα ίδια μπροστά στο Sony Center (σσ. μια από τις κεντρικότερες, σύγχρονες πλατείες του Βερολίνου) χωρίς να τους μπουζουριάσουν;;;” μονολογούσε με παράπονο η μαμά. Η απάντηση είναι σαφής: αφενός στη Γερμανία δε θα τολμούσαν να παρανομήσουν δημοσίως (για όποιον αγνοεί είναι παράνομες οι συναυλίες σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια) αφετέρου δε θα χρειαζόταν να το πράξουν, δεδομένου ότι στις τεράστιες πόλεις τους πάντα υπάρχει κάποιος χώρος για αυτό το σκοπό (μακριά φυσικά από κατοικημένες περιοχές).

Αυτή τη βδομάδα η Ελλάδα κάηκε ξανά. Λες και πατά το πόδι στον αντικαπνιστικό νόμο, η χώρα αυτή εξακολουθεί να “καπνίζει” στους δέκτες των τηλεοράσεων μας και στις συγκλονιστικές αεροφωτογραφίες. Κι επειδή το καλοκαίρι έχει ζέστη, βγαίνει έξω και το ανάβει, να πάρει και τον αέρα της. Το χειμώνα πάλι μαζεύεται μέσα και καρβουνιάζει το σπίτι της. Το σπίτι μου.

Ανακεφαλαιώνοντας μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο η ταπεινή πολυκατοικία μου, που από τύχη ή ατύχημα χτίστηκε στο κέντρο αυτής της μίζερης πόλης, υπέστη τα εξής: επίθεση από “γνωστουςαγνώστουςκουκουλοφλώρουςμεβαριοπούλεςκαιγκαζάκια”, εμπρησμό και απόπειρα δολοφονίας των ενοίκων (όπως τουλάχιστον το ερμηνεύει η γράφουσα-παθούσα, που από θαύμα γλίτωσε από τις φλόγες, τις ιπτάμενες πέτρες και τζάμια και που ξεχειμώνιασε λιποθυμώντας κάθε τρεις και λίγο, αδυνατώντας να αναπνεύσει λόγω της αιθάλης που είχε παραμείνει στους τοίχους - ακόμα θυμάμαι την εφιαλτική οσμή), τριπλή απόπειρα ληστείας την επομένη των Δεκεμβριανών (οπότε και αποχαιρέτησα μια για πάντα το αίσθημα ασφάλειας που είχα σαν παιδί), καυγάδες ναρκομανών, επιθέσεις με αεροβόλα, συμπλοκές οπαδών, οδομαχίες, ηχορρυπαντικές συναυλίες και πολλά άλλα μικροσυμβάντα που αδυνατώ να απαριθμήσω.

Κλείνοντας το μακροσκελές μου παράπονο, καθιστώ σαφές ότι η πόλη όπου ζω δεν είναι το Σικάγο, δεν είναι η Νέα Υόρκη, δεν είναι καν η πρωτεύουσα της χώρας. Κι όμως εδώ που “τα παλιά τα χρόνια” όπως λέει κι ο μπαμπάς επικρατούσε τάξη και ασφάλεια κι οι πόρτες έμεναν τα βράδια ξεκλείδωτες, εγώ ακόμα ταράζομαι όταν τα τζάμια τρίζουν από τη διαστολή του καλοκαιριού και κοιτάζω έντρομη από το παράθυρο όταν μυρίσω τα σουβλάκια που σχαρίζει ο γείτονας.

Οι τελευταίες μέρες της Αφροδισιάδας

Αναδυόμενη,

μέσα από τις ξεχασμένες στάχτες μαρμάρινων γιγάντων

φυσώντας την οργή της σε μάτια πνιγμένα

προελαύνει η θεά με την αταίριαστη ρομφαία

αιώνες συλλέγει τα οστά στο βωμό

ιέρεια κι εκτελέστρια και θύμα τελικά

Ας χαθεί στη λήθη της πόλης αυτής η αβάσταχτη θέα

Το σεξ και η ψυχρο-Λουσία

Όταν ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης ξεγλιστρούσε από το στενάχωρο πιθάρι του, φρόντιζε πάντα να είναι νύχτα· και φρόντιζε πάντα η λυχνία του να είναι σβηστή. «Πάσα γυνή ομοία» του φαινόταν - καμιά φορά και πας ανήρ… Ήταν σοφοί οι αρχαίοι ημών και ήξεραν σίγουρα τον τρόπο να περνούν ευχάριστα.

Πέρασαν αιώνες πολλοί και αναρίθμητες διαδοχές πρωτόγονων προγόνων που χαίρονταν τον έρωτά τους στα σκοτάδια. Μέχρι που μια μέρα αποφάσισε κάποιος – και ήταν σίγουρα γυναίκα – να ανατρέψει την προαιώνια παράδοση και να ξεχάσει αναμμένη τη λυχνία… Η συνέχεια γνωστή…

Από τη μέρα που άναψαν τα φώτα στο κρεβάτι οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι είναι καλύτερα έτσι. Όσο να ναι, συμμετέχουν πλέον όλες οι αισθήσεις και σπουδαιότερη από όλες η όραση. Χαίρω πολύ. Βεβαίως και είναι καλύτερα με τα φώτα ανοιχτά!

Ήταν σίγουρα μια γυναίκα που άναψε τα φώτα. Είτε για να προβάλει επιδεικτικά το αγαλματένιο κορμί της. Είτε γιατί τώρα πια ο άντρας της δε θα είχε τη δικαιολογία ότι στο σκοτάδι μπέρδεψε την ίδια με την αδερφή της. Είτε απλώς γιατί βαρέθηκε τα ίδια και τα ίδια. Αυτό που δε γνώριζε είναι ότι η ανδρική σοφία τόσων αιώνων είχε ουσιαστικό λόγο ύπαρξης και πως η δική της απερισκεψία θα οδηγούσε το γυναικείο είδος σε αμετάκλητη διάσπαση.

Ο λόγος απλός. Στην αδυσώπητη φωτοχυσία κάποια άλλη γυναίκα ανακάλυψε για πρώτη φορά την κυτταρίτιδα.  Μια τρίτη έπιασε τον άντρα της με τη γειτόνισσα. Μια άλλη άρχισε να παίρνει διαστάσεις. Ενώ μια τελευταία συνέχισε απλώς να βαριέται.

Οι παραπάνω ενδεικτικές ανακαλύψεις απέβησαν αναμφίβολα καταστροφικές για το μισό τουλάχιστον γυναικείο πληθυσμό. Εκεί που μέσα στην ασφάλεια του σκότους ήταν όλες «γυναίκες», τώρα, «υπό τον ήλιο», όπου ως γνωστόν «ουδέν κρυπτόν», χωρίστηκαν σε «γυναίκες» και «αξιαγ@μητες γυναίκες».  Και από τότε οι καημένες οι γυναίκες έπρεπε να μάθουν να κυνηγούν και να λένε παραμύθια και να κερνάνε ποτά και να φοράνε μάσκες. Και όποια κατακαημένη ούτε γεννήθηκε με θεία κάλλη και ούτε κατόρθωσε να γίνει άξια μασκοφόρος κυνηγός, δεν έχει πια καμιά ελπίδα. Ίσως μόνο κανένα μπλακ άουτ…

“Η καλύτερή μου φίδη”

Homo homini deus

Homo homini lupus

(Ο άνθρωπος στον άνθρωπο είναι θεός ·

ο άνθρωπος στον άνθρωπο είναι λύκος)

- Thomas Hobbes

Με αφορμή τα όσα συζητήθηκαν κατά καιρούς πάνω από ένα φλιτζάνι καφέ και τα όσα εκφράστηκαν πικρόχολα και με φωνές πάνω από «χυμένο γάλα», αποφάσισα να κάνω την παρθενική μου είσοδο στην παρέα μιλώντας για τις ανθρώπινες φιλίες (και λυκοφιλίες).

Κάποιοι τώρα θα γελάνε και με το δίκιο τους… Ομολογώ πως δεν είμαι ο άνθρωπος που θα καμαρώσει με περισσή δόση υπερηφάνειας για τους πιστούς του φίλους, αυτούς που κέρδισε με κόπο, που γνωρίζει από την καλή και την ανάποδη, που μπορεί να μην είναι πολλοί, αλλά είναι εκλεκτοί. Ο λόγος είναι ότι κάποτε καμάρωνα για φίλους που ΔΕΝ αποδείχτηκαν πιστοί, φίλους που με κέρδισαν ΧΩΡΙΣ κόπο, φίλους που τους έμαθα ΚΑΙ από την ανάποδη, που δεν ήταν πολλοί, αλλά σίγουρα ΔΕΝ ήταν εκλεκτοί. Κι έτσι μια μέρα απέμεινα με τους γνωστούς. Σκληρή εκείνη η μέρα, σα σήμερα τη θυμάμαι. Αμέτρητες «πειραματικές» γνωριμίες με ανυπόφορους ανθρώπους, συναναστροφή με άσχετους, εγώ ενάντια στον κόσμο… υπομονή, υπομονή, υπομονή…

Υπομονή! «Μήπως αν έκανα λιγάκι ακόμα υπομονή δε θα χρειαζόταν να υπομείνω την αφόρητη μοναξιά της επόμενης μέρας; Μήπως αν ανεχόμουν τα ελαττώματα των φίλων μου, δε θα χρειαζόταν να ξεψειρίζω τα προτερήματα των γνωστών; Μήπως αν έβαζα λίγο νερό στο κρασί μου δε θα ζαλιζόμουν από τον άμετρο εγωισμό μου;». Η απάντηση ήρθε καβάλα στο ζωντανό παράδειγμα και μου πάτησε τη λέξη με τατού στο μέτωπο για να μην την ξεχάσω ποτέ. Κι αν μέχρι σήμερα η επιφυλακτικότητά μου δε μου επιτρέπει τολμηρά ανοίγματα, κι αν ο χαρακτήρας μου δεν έχει υποστεί ριζικές βελτιώσεις, κι αν ακόμη δε γνωρίζω το μερίδιο της ευθύνης που μου αναλογεί στην απώλεια των φίλων μου, ένα είναι βέβαιο: πως αυτό που χρειάζεται για να μη χάσεις κάποιον που αγαπάς (ή έστω χρειάζεσαι) είναι η υπομονή. Το πε άλλωστε και ο απόστολος: «η αγάπη πάντα υπομένει».

Αλλά θα πει κάποιος: «Αξίζει πάντα τον κόπο;»

Και θα απαντήσω: «Φυσικά και όχι»

Όσο αβάσταχτο είναι να μιλάς μόνος σου, άλλο τόσο είναι να καταπίνεις τη γλώσσα σου όταν σε πνίγει το δίκιο. Όσο ανυπόφορο είναι να υφίστασαι την παρουσία ξένων, άλλο τόσο είναι να παρατηρείς την αποξένωση των δικών σου. Κι όσο αφόρητος είναι ο εγωισμός σου, ε χίλιες φορές παραπάνω είναι ο εγωισμός των άλλων!

Έχουμε έναν κάκτο στο μπαλκόνι μας, υπάρχει εκεί χρόνια ολόκληρα και με τσιμπάει κάθε φορά που προσπαθώ να περάσω. Είναι μεγάλος, ογκώδης και τραχύς και πολλές φορές σκέφτηκα να τον ξεριζώσω πριν μου βγάλει το μάτι. Φέτος άνθισε. Κι ήταν το ομορφότερο λουλούδι του κήπου.